Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Εεεμ...


Καθόμουν που λες βλόγι με τη φίλη Γ. και μίλαγα και εξετάζαμε σοβαρά το ενδεχόμενο να τυλίξει το σεΐχη Μοχάμετ που είχε γνωρίσει σ' ένα επαγγελματικό ταξίδι στη Ντόχα (έχω και τέτοιους φίλους). Έλεγα λοιπόν στη σεϊχέσα to be ότι ναι μεν θα χεστεί στον παρά αλλά δεν θα έχει πού να τον ξοδεύσει πιθανότατα. Γιατί νταξ άντε και φόρεσε τη γόβα τη λουμπουτάν να το χέσω άμα είναι να ρίξει τη μπούργκα από πάνω... Επιπλέον θα πρέπει να γίνει μουσουλμάνα γιατί σεϊχέσα και χριστιανή δεν λέει, κι ούτε θέμε να το κάνουμε σκάνδαλο Wallis Simpson και να χάσει ο σεΐχης Μοχάμετ το σεϊχιλίκι. Τελευταίο και σημαντικότερο είναι ότι εγώ ευχαρίστως να πηγαίνω να τη βλέπω αλλά πλέον τις Κυριακές πάω στου διαόλου τη μάνα, επίσκεψη στη δική μου τη μάνα που μετακόμισε στα όρη και τ' άγρια βουνά κι είναι αδύνατο να πηγαίνω σουκού στη Ντόχα.
Αυτά λέγαμε κι εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα κι είπα στη μέλλουσα σεϊχέσα ότι αυτό θα γινόταν μια χαρά ποστ στο παλιό το βλόγι...

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

To λες και καμ μπακ...

«Φίλε Κύριε,

Εδώ και λίγες μόλις μέρες πήρα το γράμμα σας. Θέλω να σας ευχαριστήσω για τη μεγάλη και πολύτιμη, για μένα, εμπιστοσύνη που μου δείχνετε. Δεν μπορώ όμως να κάνω τίποτα περισσότερο.»

Έτσι ξεκινούσε το γράμμα. Ξερά, σχεδόν σαδιστικά. «Φίλε Κύριε». Ο συνδυασμός δύο λέξεων που στερούσαν τον παραλήπτη αμφότερων των ιδιοτήτων. «Εδώ και λίγες μέρες πήρα το γράμμα σας». Ένα γράμμα που σαν κουτάκι φύλαγε όλη την ψυχή του μέσα, είχε παραμείνει σ’ένα γραφείο ή και στην τσάντα της περιμένοντας στωικά να ανοιχτεί. Διάολε οι εξομολογήσεις δεν πρέπει να είναι ετεροχρονισμένες... Κατόπιν λέξεις γλυκόπικρες. «να σας ευχαριστήσω», «πολύτιμη», «εμπιστοσύνη». Χάδια από κρύα χέρια. Φιλιά προδοτικά. Και μετά το τίποτα. «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα περισσότερο». Λες και της ζητούσε να κάνει κάτι πέραν αυτού που ήδη έκανε. Αυτός δεν ήθελε κάτι. Απλά να την βλέπει να περνάει κάθε μέρα πηγαίνοντας στη δουλειά της. Να σταματάει και να του ζητάει καμιά φορά αναπτήρα (ξέχναγε μονίμως τα πράγματά της, ή τα έχανε μέσα στην τεράστια σα σάκο τσάντα της. Κάπως έτσι θα έχασε και το γράμμα του).  

Και τώρα; Δεν έχει νόημα πια να κάθεται στην πόρτα του μαγαζιού κάθε μέρα την ώρα που έφευγε για δουλειά. Ούτε να κάνει πως διαβάζει εφημερίδα. Και πώς θα μετράει τις ώρες; Τα είχε όλα υπολογισμένα... «Μόλις διαβάσω τα αθλητικά, και τις 4 σελίδες κοσμικά, θα περάσει και θα χαιρετήσει». Θα πρέπει να αφήσει και τον αναπτήρα που είχε μονίμως στην τσέπη και να πετάξει το πακέτο τα τσιγάρα. Όχι δεν κάπνιζε ποτέ. Για δικαιολογία τα είχε για να περνάει εκείνη να του ζητάει φωτιά. Δεν θα ξανάρθει. Την είδε που έφυγε απ’ την πάνω μεριά του τετραγώνου προχθές. Κοίταζε κιόλας κλεφτά προς το μέρος του. Είχε κρυφτεί πίσω απ’ τα ρολά και την κοίταζε. Αναστέναξε και πάτησε να βγάλει το ζήτα στην ταμιακή.

 Η παρούσα ανάρτηση δημιουργήθηκε κατόπιν συμφωνίας την Μ. Πέμπτη όταν crusaders του βλόγινγκ μ’ έβγαλαν και επεχείρησαν να με τραβήξουν απ’ το μάταιο κόσμο των 140 χαρακτήρων. Η πρώτη φράση είναι απ’ τη 15η σελίδα του βιβλίο του Rainer Maria Rilke «Γράμματα σ’ένα νέο ποιητή», την οποία πήρα και της άλλαξα τα πετρέλαια. Ενώ γραφόταν μου είπαν ότι δεν είναι εποχή για ν’ ακούς Van Morrison κι από αντίδραση άκουσα αυτό:  



Προσεχώς «Ήταν δύο κι είχαν από ένα κιο»  χοχοχοχο...

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Άτιτλο


Μέρες σκέφτομαι γιατί σταμάτησα να γράφω.

«Δεν προλαβαίνω». Βλακείες πάντα προλαβαίνω.

«Δεν έχω κάτι να πω». Χαχαχ για μένα μιλάμε. Πάντα έχω κάτι να πω χωρίς αυτό να είναι θετικό.

Μάλλον το βλόγι με εμπνέει για παραγωγή κειμένων ενδοσκοπικών. Ακόμα κι όταν ξεφτυλίζω άλλους έχει μέσα το κείμενο κομμάτια δικά μου.

Δεν κάνω βουτιές προς τα μέσα εσχάτως. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό. Όταν μου ξαναμιλήσω θα σας ενημερώσω.