Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Οδηγός επιβίωσης ταινιών Zombie

Κουνάβι, κολλητός και φίλος κολλητού πίνουν τον κλασσικό Κυριακάτικο καφέ σε παραδοσιακό καφενέ του Κολωνακίου (όπου παραδοσιακός καφενές Κολωνακίου = ξινή γκαρσόνα, ξινοί πελάτες, περίεργα μαλλιά, ακατανόητη αργκό – ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί πάμε εκεί... Μάλλον για τις γκόμενες... Μήπως να έκλεινα την παρένθεση; Άντε καλά). Πέφτει λοιπόν η πρόταση για το βράδυ. «Κουνάβι πάμε στον φίλος ... να δούμε ταινία!» Προβληματισμός της γράφουσας καθ’ ότι γνωρίζει τα γούστα του υποψήφιου οικοδεσπότη. «Ματωμένο;! Ξέχνα το!». «Έλα ρε χαζό θα είναι παρωδία». «Παρωδία χωρίς αίματα;». «Ξεκόλλα λέμε έχει πλάκα».

Αποφάσισα ότι ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να κάνω το ντεμπούτο μου ως θεατής στο συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος. Η προβολή του ιστορικού Night of the Living Dead κατά τη διάρκεια της παραμονής μου εις τη γηραιά Αλβιόνα δυστυχώς δεν μετράει καθ’ ότι, τόσο η ποσότητα αλκοόλ στο αίμα μου όσο και η ύπαρξη 3 μεθυσμένων 20χρονων Άγγλων στον ίδιο χώρο θα καθιστούσαν ακόμα και ένα πραγματικό zombie παντελώς ανίκανο να μου κόψει το γέλιο.

Για να επιστρέψουμε στο αρχικό μας θέμα μετά από συνεννόηση βρέθηκα περί τις 10 και μισή νυκτερινή στο σαλόνι του φίλος ... με ένα μπολ pop corn, μπύρα, τασάκι, τσιγάρα σε κοντινή απόσταση και ένα μαξιλάρι αγκαλιά προκειμένου να αναχαιτίσω αποτελεσματικά το όποιο zombie θα αποφάσιζε να βγει από την οθόνη προβολής και να δοκιμάσει την τύχη του στα άνω Ιλίσια. Είπα οθόνη προβολής; Ναι το είπα... Προτζεκτορας και οθόνη προβολής κυρίες μου και κύριοι. Αν πανικοβλήθηκα; Τι λέτε τώρα... Αλίμονο... Θα είχα την ευκαιρία να δω πόσα σφραγίσματα και πόσα μαύρα στίγματα θα είχε κάθε αιματοβαμμένο νεκροζώντανο τέρας... και... PLAY!

Κανόνας πρώτος: Αν αντέξεις τα πρώτα 10 λεπτά, κάτσε. Απ’ ότι κατάλαβα σ’ αυτές τις ταινίες σε τρομάζει ο σκηνοθέτης όσο δεν παίρνει στην αρχή και μετά χαλαρώνουν τα πράγματα...

Κανόνας δεύτερος: Πάρε αγκαλιά ένα μαξιλάρι... Δεν ξέρω γιατί αλλά είναι ανακουφιστικό...

Κανόνας τρίτος: Να θυμάσαι καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας ότι ο πρωταγωνιστής ακόμα κι αν πεθάνει δεν θα πεθάνει πριν να βγάλει τη γκόμενα που γουστάρει απ’ την αρχή της ταινίας... Ή πριν η γκόμενα να γίνει Zombie. Ή τέλος πάντων στο τέλος της ταινίας...

Κανόνας τέταρτος: Πάντα να βλέπεις τέτοιες ταινίες με κάφρους και δει γνώστες του είδους. Σχόλια όπως «Το μαλάκα το σκηνοθέτη... Τα zombie δεν σκαρφαλώνουν...» ή «Ρε! Έτσι ακριβώς καθάριζε το zombie ο πρωταγωνιστής σ’ εκείνο το ταϊλανδέζικο που σου είχα πει ότι είδα... Μλκα οι Ταϊλανδέζοι χρόνια μπροστά στα ματωμένα... Τι να κλάσουν οι Αμερικάνοι!». Στο ίδιο πνεύμα ο κάφρος φίλος θα ρευτεί, θα διακόψει για να φέρει μπύρες, θα ξεσπάσει σε γέλια, θα ελαφρύνει το κλίμα βρε αδερφέ.

Κανόνας πέμπτος: Απομακρύνετε τις γάτες από το χώρο προβολής.... Όσο και να τα λατρεύω τα ζωντανά, όταν σε κυνηγάνε τα zombies (εσένα προσωπικά) το τελευταίο πράγμα που θες είναι να σε χτυπήσει κάτι στο πόδι.

Τελικά επιβίωσα των zombies επιτυχώς. Γέλασα τρελά (ήταν όντως παρωδία η ταινία). Και εννοείται ότι δεν θα το ξανακάνω... Γιατί;! Επειδή ήμουν τυχερή την πρώτη φορά δεν σημαίνει ότι θα είμαι πάντα... Είμαι και καπνίστρια... Να χάνω χρόνια από τη ζωή μου για μαλακίες;!

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Gasp

Αυτές τις μέρες έχω ένα μόνιμο κόμπο στο λαιμό... Δεν είναι κρύωμα. Δεν έχω ιδέα τι είναι. Ούτε το τσιγάρο. Και παίζει το μάτι μου συνέχεια... Κάποιον θα δω. Τι θα πει ποιον; Ξέρω ‘γω; Βασικά εγώ να κλάψω θέλω... Να πέσω μπρούμυτα στο κρεβάτι μου να κολλήσω τη μούρη στο μαξιλάρι και να πλαντάξω. Και να κλαίω μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Να ξυπνήσω με το πρόσωπο να κολλάει από τα δάκρυα, τα μάτια πρησμένα και το μέσα μου λίγο πιο ελαφρύ. Ίσως και πολύ πιο ελαφρύ. Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε.

πνίγομαι

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

Μας υποχρέωσες...

(να διαβαστεί υπό την υπόκρουση του θρυλικού άσματος/τίτλου)
Μόλις έκλεισα το τηλ. έχοντας ακούσει για άλλη μια φορά την ΠΙΟ ΗΛΙΘΙΑ ΑΤΑΚΑ έβερ... Και εκνευρίστηκα τόσο που έκατσα να γράψω ποστ... Να το πάρουμε από την αρχή όμως.

Μιλάω msn με το φίλο Π. από το μακρινό βορρά και του εκθέτω για άλλη μια φορά τη φαρσοκωμωδία που ονομάζεται «Ερωτική ζωή raccoon». Κάπου στο σημείο εκείνο που ο Χριστιανός έχει κλάσει από τα γέλια με το καινούριο νούμερο, μου λέει «κάτσε μανίτσα σε παίρνω τηλ. θέλω να τ’ ακούω αυτά λάιβ». Καβατζώνω κι εγώ τα τσιγάρα, χώνομαι κρυφά πίσω από κάτι βιβλιοθήκες (γαμιέται ο Αβραμόπουλος κι όλη η ευρωπαϊκή ένωση) κι αρχίζω να χαζογελάω ψιθυριστά για να ξορκίσω το κακό και να μην τα πάρω και κλειστώ σε μοναστήρι μ’ αυτά που μου τυχαίνουν...

Εκεί λοιπόν που κράζουμε την τελευταία δυσανεξία που με ταλαιπωρεί ο Π. ο Βόρειος σοβαρεύει και μου κάνει: «Κουνάβι κοίτα να δεις. Έχεις ένα χαρακτήρα που τον άλλο τον στέλνει...». Αρχίζω εγώ τα «Ναι με το χαρακτήρα μου τον έστειλα το ντεκολτέ το αβυσσαλέο δεν παίζει κανένα ρόλο...». «Όχι» λέει ο Π. «δεν μ’ έπιασες... Δεν το λέω για καλό... Όταν λέω τους στέλνεις εννοώ ότι τους διώχνεις...» Το raccoon αρχίζει να τραυλίζει... «Και τι κάνω ρε Π.; Πείτε μου να μη το κάνω...». «Παραείσαι ντόμπρος άνθρωπος, ξέρεις τι θέλεις κι αυτό δεν το ανέχεται εύκολα άντρας...» Το raccoon ανάβει δεύτερο τσιγάρο... «Και τι να κάνω; Να το αλλάξω; Δεν μου βγαίνει διαφορετικά...» «Να μην αλλάξεις καθόλου... Γαμώ τα άτομα είσαι... Τυχερός όποιος βρεθεί δίπλα σου!!!»

Παράααααααααλογοοοοοοοο!!!!!!!!! ΡΕ! ΜΕ ΔΟΥΛΕΥΕΤΕ;!;!;!;!

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

Shit or get off the pot…

Έρχονται κάποιες στιγμές που πρέπει να πάρεις αποφάσεις. Όχι τόσο σοβαρές αποφάσεις όπως «μετά το λύκειο τι;». Άλλες σχετικά πιο απλές όπως «να ακολουθήσω το ένστικτό μου αναφορικά με το συγκεκριμένο ανάπηρο γκόμενο και να φύγω πιο γρήγορα από τον Μαύρο Χήρο μετά το σεξ* ή να μείνω να δω αν η νόσος είναι ιάσιμη;»

Παραδοσιακά, άπαξ κι έχεις τέτοιες αμφιβολίες εξ αρχής, υπάρχει λόγος. Και ακόμα πιο κλασσικά οι φίλοι σου πέφτουν πάνω σου με ενθουσιασμό Γεωργίας Βασιλειάδου (χωρίς ευτυχώς να κραδαίνουν κανάτια) και σου λένε «υπερβάλεις... απλά είναι μπερδεμένο το παιδί... κατέβασε λίγο τα standards σου...»

Είναι όμως υπερβολή αγαπητέ αναγνώστη να τα θέλεις όλα;! Θεωρείται high standard να θες κάποιον που θέλει ό,τι κι εσύ (δηλαδή «παίρνουμε την κατάσταση χαλαρά και βλέπουμε»); Και κυρίως τι γίνεται όταν πρέπει να αποφασίσεις κάποια στιγμή τι θα κάνεις; Βάζεις σιγαστήρα στις φωνούλες στο κεφάλι σου και πέφτεις σαν kamikaze φορώντας τα καλά σου; Κι αν πέσεις, πόσο γρήγορα θα ξανασηκωθείς;! Κι αν πέσεις και βρεις αυτόν στην άλλη μεριά να σε πιάσει; Και γιατί ρε γαμώτο να αγχώνεσαι για πράγματα που κανονικά πρέπει να σε κάνουν σαν λοβοτομημένο αρκουδάκι της αγάπης;!;!;!;!

Μήπως τελικά το θέμα δεν είναι να φύγεις τώρα από τη χέστρα; Μήπως έπρεπε να έχεις φύγει νωρίτερα από τις προηγούμενες;;; Μήπως γι’ αυτό δεν τραγουδάς πλέον καρδιά μου «θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό»;


*Ο σύζυγος της Μαύρης Χήρας εξαφανίζεται από τη συζυγική κλίνη με ταχύτητα 80χλμ την ώρα αμέσως μετά την εκπλήρωση των συζυγικών του καθηκόντων, καθ’ ότι τη μαντάμ του την πιάνει μια λιγουρίτσα μετά το σεξ και τρώει ό,τι βρει μπροστά της (ακόμα και το στεφάνι της). Μου θυμίζει και κάτι φίλους μου αυτό που δεν έχουν και λαίμαργες γκόμενες...