Στο δρόμο για τη δουλειά το αριστερό πεζοδρόμιο είναι σαν γυαλί και γλυστράω. Το δεξί έχει σπασμένες πλάκες και σκοντάφτω. Σήμερα προσγειώθηκα με τα μούτρα πάνω στους καφέδες που κουβάλαγα. Ναι από το δεξί πήγαινα. Πονάει το γόνατό μου κι ο αστράγαλος. Ευτυχώς η καφετζού με λυπήθηκε και με κέρασε τους δεύτερους καφέδες.
Μια από τις πιο παλιές μου αναμνήσεις με σαβούρδα (sic) πρέπει να ήταν του ’85. Εγώ άσπρο φορεματάκι και τον κόπρο (αδερφό) από το χέρι τρέχουμε. Μας έχουν πάει οι γονείς βόλτα στο ΣΕΦ και έχουμε μαζί και μια θεία τόσο κατσικοπόδαρη που μπροστά της ο επίτιμος είναι ερασιτέχνης (Θεός σχωρέσ’ την). Τρέχουμε και σκοντάφτω. Αφήνω το χέρι του μικρού ενώ ίπταμαι και προσγειώνομαι όπως σήμερα με τα μούτρα. Σηκώνομαι γελώντας, αν και πονάει το πόδι μου, και τρέχω στην παιδική χαρά. Ανεβαίνω στην κούνια και όπως κουνάω τα πόδια μου μπρος πίσω βλέπω το αίμα να τρέχει μέχρι το καλάμι. Και τότε βάζω κάτι κλάμματα να με ακούσει όλο το ΣΕΦ.
Αυτό που πάντα μετά την πτώση ενστικτωδώς ή γελάω ή βρίζω όποιον πάει να με σηκώσει (το 2ο το έκανα σήμερα) δεν με προβληματίζει τόσο όσο το ότι τα κλάμματα τα βάζω κάνα μισάωρο αργότερα... Ενίοτε και 3 μήνες μετά... Πάντως τη μάνα μου την πήρα καλού κακού τηλ. ότι μπορεί να χρειαστεί να έρθει να με πάρει απ’ τη δουλειά γιατί ο αστράγαλος με πονάει και «αμάν μ’αυτά τα παπούτσια όλο πέφτω ρε μαμά» (το πιάσατε το concept)...
ΥΓ: Ευχαριστώ δημοσίως τον νεαρό που με σήκωσε το πρωί και μου μάζεψε και τα κέρματα που μου είχαν σκορπίσει και ζητώ συγνώμη από την κυρία που έφτασε πρώτη στο συμβάν.